παραθέτω

παραθέτω
1. θέτω πολλά πράγματα το ένα κοντά στο άλλο
2. αντιπαραβάλλω, συγκρίνω, παραλληλίζω
3. (σχετικά με φαγητό) προσφέρω, σερβίρω
4. αναφέρω το ένα μετά το άλλο, αραδιάζω
5. μνημονεύω χωρίο κειμένου σε γραπτό λόγο
6. προσάγω, προσκομίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • παραθέτω — παραθέτω, παρέθεσα βλ. πίν. 137 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παραθέτω — παρέθεσα, παρατέθηκα, παραθεμένος 1. βάζω κάτι κοντά σε άλλο: Όταν ο συγγραφέας παραθέτει στο βιβλίο του και τις πηγές πληροφοριών του, τότε γίνεται περισσότερο πιστευτός. 2. αραδιάζω, προβάλλω, αναφέρω: Ο ομιλητής για κάθε άποψή του παρέθεσε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρατίθημι — δωρ. και ποιητ. τ. παρτίθημι, μτγν. τ. παρατίθω, ΜΑ 1. θέτω, τοποθετώ κοντά ή μπροστά σε κάποιον 2. παραθέτω, προσφέρω, σερβίρω φαγητό (α. «ἀφοῡ δὲ παραθέσουσι καὶ νίψεται καὶ κάτζει», Πρόδρ. β. «θεὰ παρέθηκε τράπεζαν», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. θέτω… …   Dictionary of Greek

  • αθροίζω — (Α ἀθροίζω και ἁθροίζω) συλλέγω, συγκεντρώνω, μαζεύω, συναθροίζω νεοελλ. Μαθημ. εκτελώ την πράξη τής προσθέσεως, προσθέτω αρχ. Ι. ενεργ. 1. παραθέτω συγκεντρωτικά, αραδιάζω 2. συσσωρεύω, θησαυρίζω ΙΙ μέσ. συγκεντρώνω για τον εαυτό μου ή γύρω από… …   Dictionary of Greek

  • αντιδιαστέλλω — (Α ἀντιδιαστέλλω) παραθέτω και κάνω διάκριση αρχ. αντιτάσσω …   Dictionary of Greek

  • αντιπαράγω — ἀντιπαράγω (Α) 1. παραθέτω, παρουσιάζω κάτι αντί άλλου που απέρριψα 2. οδηγώ στράτευμα εναντίον κάποιου 3. προχωρώ για να συναντήσω τον εχθρό 4. βαδίζω παράλληλα σε κάτι ή γύρω από κάτι …   Dictionary of Greek

  • αντιπαραθέτω — (AM ἀντιπαρατίθημι) παραθέτω για σύγκριση, αντιπαραβάλλω …   Dictionary of Greek

  • βγάζω — και βγάλλω και βγάνω (Μ βγάζω, ἐβγάζω, βγάλλω, ἐβγάλλω, βγάνω, ἐβγάνω) 1. βγάζω έξω, εξάγω 2. ανασύρω («βγάζω μαχαίρι») 3. αναδίνω, τινάζω προς τα έξω («ο βράχος βγάζει νερό») 4. ξεριζώνω, μαδώ («βγάζω τα χορτάρια, τα φρύδια, τις τρίχες κ.λπ.») 5 …   Dictionary of Greek

  • δειπνίζω — (AM δειπνίζω) [δείπνον] παραθέτω δείπνο σε κάποιον, καλώ κάποιον σε δείπνο νεοελλ. δειπνώ αρχ. «βοὰς δεδειπνισμένων θεατῶν» επιδοκιμασίες θεατών οι οποίοι έχουν εξαγοραστεί με προσκλήσεις σε δείπνα …   Dictionary of Greek

  • επιπροϊάλλω — ἐπιπροϊάλλω (Α) [προϊάλλω] 1. παραθέτω μπροστά σε κάποιον, βάζω μπροστά («ἢ σφῶιν πρῶτον μὲν ἐπιπροΐηλε τράπεζαν», Ομ. Ιλ.) 2. στέλνω σε κάποιον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”